Κλειώ Χριστοδουλίδου και Κατίνα Νικολάου: φάροι στον αγώνα μας για ισότητα και ισοτιμία

thumbnail

Ομιλία της Κρίστιας Χρίστου, στην 1η τελετή απονομής του Βραβείου Γυναικείας Προσφοράς «Κλειώς Χριστοδουλίδου και Κατίνας Νικολάου»

 Ριάλτο, Παρασκευή 10/11/17

Αξίζουν θερμά συγχαρητήρια στη ΠΟΓΟ, για την εξαιρετική της πρωτοβουλία να θεσμοθετήσει το Βραβείο γυναικείας προσφοράς, «Κλειώς Χριστοδουλίδου – Κατίνας Νικολάου»,  καθώς επίσης και για την εύστοχη πρώτη απονομή αυτού του βραβείου στην αείμνηστη Φωφώ Βάσου Βασιλείου.

Είμαστε περήφανοι που υπήρξαν και πρόσφεραν στο εργατικό και στο γυναικείο κίνημα  γυναίκες της εμβέλειας των πιο πάνω τριών αγωνιστριών, οι οποίες ετύγχαναν μεγάλης εκτίμησης και γενικής αποδοχής και συνέβαλαν στο να πάει η κοινωνία μας ένα βήμα  πιο μπροστά, μέσα στις τότε συνθήκες της φτώχειας και της εξαθλίωσης.

Το Βραβείο Κλειώς Χριστοδουλίδου και Κατίνας Νικολάου έχει σα στόχο να αναδείξει τις πρωτοπόρες και φωτισμένες γυναίκες, που συμμετείχαν στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες και στη σκληρή προσπάθεια για τη χειραφέτηση της γυναίκας από τις αρχές του περασμένου αιώνα. Διεκδίκησαν τα δικαιώματα της γυναίκας μέσα από οργανωμένους αγώνες, αψηφώντας το αρνητικό και σκοταδιστικό περιβάλλον. Μπήκαν στους πρώτους πολιτικούς πυρήνες, δραστηριοποιήθηκαν ως εργαζόμενες και  συμμετείχαν ισότιμα στις κινητοποιήσεις, στις απεργίες, στις συγκρούσεις με την αστυνομία και τον Αγγλικό στρατό.

Γιατί όμως το βραβείο φέρει τα ονόματα της Κλειώς Χριστοδουλίδου και  Κατίνας Νικολάου;  Διότι αυτές οι δύο αγωνίστριες, στο ημερολόγιο της πολιτικής δράσης και κοινωνικής προσφοράς, καταγράφονται ως οι δύο πρώτες, στην ίδια μάλιστα χρονική περίοδο.  Όταν μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία, άρχισαν να φθάνουν στην Κύπρο οι νέες ιδέες για ένα καλύτερο κόσμο, αυτές ήταν από τους πιο ευαίσθητους δέκτες. Συγκινήθηκαν, πίστεψαν, οργανώθηκαν, αφοσιώθηκαν, κινδύνεψαν και συνέχισαν μέχρι το τέλος της ζωής τους τον αγώνα για πιο ανθρώπινη κοινωνία και για να έχουν οι επόμενες γενιές ένα φωτεινότερο μέλλον.

Η Κατίνα Νικολάου, η πρώτη γυναίκα πολιτικός, όπως τη χαρακτήρισε ο αγαπητός  Τίτος Κολώτας, γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1904, την ίδια χρονιά που γεννήθηκε και η Κλειώ Χριστοδουλίδου επίσης στη Λεμεσό.

Ο πατέρας της ήταν φαροφύλακας στο Ακρωτήρι, όμως τον μετέθεσαν στο Βαρώσι όπου και εγκαταστάθηκε όλη η οικογένεια. Η Κατίνα είχε την τύχη να φοιτήσει στο Σχολαρχείο και το 1924 τέλειωσε δασκάλα. Γνώρισε τότε το σύζυγο της Ιάκωβο ο οποίος ήταν φίλος του αδελφού της  Πλάτωνα Τουμάζου, στελέχους του ΚΚΚ. Αυτοί τη γαλούχησαν στις νέες ιδέες και την προσέλκυσαν στην πάλη για την κοινωνική αλλαγή. Το 1925 συγκροτήθηκε πυρήνας του ΚΚΚ στο Βαρώσι και ήταν η πρώτη γυναίκα που εντάχθηκε σε αυτόν.

Στο ιδρυτικό Συνέδριο του 1926 είχε το προνόμιο να λάβει μέρος ως αντιπρόσωπος της Αμμοχώστου. Η ίδια περιγράφει τα γεγονότα ως εξής: «Μαζί με τον αδελφό μου πήγαμε στη Λεμεσό. Κατεβήκαμε στο Δημόσιο Κήπο και μείναμε ώσπου σουρούπωσε. Εκεί μας συνάντησε κάποιος κομματικός και μας οδήγησε στο μικρό δωματιάκι του γνωστού σπιτιού της Βασιλείου Μακεδόνος Νο 13. Νύχτωσε εντελώς μέχρι να φθάσουμε. Έμπαιναν ένας- ένας σαν τους κλέφτες. Δεν γνωριζόμαστε μεταξύ μας, ούτε κανένας μας σύστησε. Μετά ήρθε ο Βάτης. Με μια λάμπα δύο νούμερο, μόλις που βλέπαμε ο ένας τον άλλο. Ακούγαμε την ανάλυση, το πρόγραμμα, το καταστατικό.

Μετά το συνέδριο άρχισαν να δημιουργούνται οι Οργανώσεις Εργαζομένων  γυναικών. Πρωτοπόρες στην Αμμόχωστο μαζί με την Κατίνα ήταν η Πάτρα Χρίστου Σαββίδη και η Αρτεμισία Νικόλα.

Ο γάμος της Κατίνας με τον Ιάκωβο έγινε το 1939 και η Κατίνα υποχρεώθηκε να παραιτηθεί από δασκάλα, αφού έτσι προέβλεπαν οι τότε κανονισμοί. Δεν μπορούσε παντρεμένη γυναίκα να ήταν δασκάλα. Έκτοτε αφοσιώθηκε όπως και ο σύζυγος της στη δουλειά του κινήματος.

Λέγει χαρακτηριστικά η ίδια «Την νύκτα πηγαίναμε με τους άντρες στα χωριά έστω και αν βρίσκαμε τρεις γυναίκες μόνο, για να τις διαφωτίσουμε. Γυρίζαμε μέσα στο κρύο και τις βροχές. Κάθε βδομάδα έπρεπε να επισκεφτούμε ενορίες. Δεν ζούσαμε σαν οικογένεια. Ο Ιάκωβος σαν αγροτικός υπεύθυνος γύριζε πάντα μετά τα μεσάνυκτα. Μετά τον πόλεμο είχαμε ήδη μια αξιόλογη οργάνωση των Εργαζομένων Γυναικών. Γραμματέας ήταν η Λευκή Μαραθοβουνιώτου αλλά το 1948 ανέλαβα εγώ.

Οι γυναίκες λάμβαναν μέρος στις διαδηλώσεις. Στη μεγάλη κινητοποίηση των στρατιωτών μας, για την αποστράτευση, που ξεκίνησε από τη Λεμεσό και κατέληξε στο Βαρώσι, πήραν μέρος και γυναίκες. Οι Άγγλοι μας αντιμετώπισαν  χρησιμοποιώντας Ινδούς στρατιώτες και σκότωσαν και ένα δικό μας, τον Τάκη Κυθραιώτη.»

Το 1950 έγινε το ιδρυτικό συνέδριο της Παγκύπριας Οργάνωσης Δημοκρατικών Γυναικών (ΠΟΔΓ) και τότε ανέλαβα Γενική Γραμματέας,  παράλληλα με τις ευθύνες μου σαν Επαρχιακή Γραμματέας Αμμοχώστου.

Κατά την περίοδο της παρανομίας του ΑΚΕΛ και των οργανώσεων του Λαϊκού Κινήματος (1955-1958), η Κατίνα, επικεφαλής των γυναικών της Αμμοχώστου πρωτοστάτησε στις κινητοποιήσεις για την αποφυλάκιση των πολιτικών κρατουμένων, αλλά και για τη συλλογή χρημάτων για στήριξη των οικογενειών τους.

Συνέχισε την ενεργό της παρουσία στις νέες συνθήκες που δημιούργησε πλέον η Ανεξαρτησία, μέχρι που τα τραγικά γεγονότα του Ιούλη του 1974 την προσφυγοποίησαν στη Λεμεσό μαζί με το σύζυγο της Ιάκωβο και την κόρη της Θέμιδα, η οποία βρίσκεται απόψε μαζί μας.

Και καταλήγει ως ακολούθως η αφήγηση της ακούραστης αγωνίστριας την οποία  αποχαιρετίσαμε το 1984:

«Έταξα σαν όρο στη ζωή μου να δουλέψω για να ξυπνήσει η γυναίκα, που είχε τη σκλαβιά του άντρα, τις προλήψεις και προκαταλήψεις της κοινωνίας  και του ίδιου του εαυτού της .

Κάποτε οι άνθρωποι μας αποφεύγαν σαν επικίνδυνους, άθεους μπολσεβίκους. Όπου πηγαίναμε οι άλλοι έφευγαν. Τις πρώτες αγωνίστριες τις θεωρούσαν ανήθικες. Η ζωή μας ήταν γεμάτη περιπέτειες και δυσκολίες. Σήμερα το κίνημα έχει πλατύνει, έχει αγκαλιάσει χιλιάδες πατριώτες. Παίζει αποφασιστικό ρόλο σ’ όλους τους τομείς της ζωής, χαίρει της εκτίμησης όλης της κοινωνίας. Όμως για να φθάσουμε ως εδώ, δεν ήταν καθόλου εύκολος ο δρόμος. Χρειάστηκε οι πρωτοπόροι αγωνιστές να αφιερώσουν ολόκληρη τη ζωή τους στο βωμό της κοινωνικής προόδου.»

 

Η Κλειώ Χριστοδουλίδου γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1904 από εργατική οικογένεια με καλή οικονομική κατάσταση. Ο πατέρας της ήταν μαραγκός, άνθρωπος προοδευτικών αντιλήψεων, ο οποίος οργάνωσε την πρώτη Συντεχνία Ξυλουργών.

Ο μεγάλος της αδελφός, Κώστας Χριστοδουλίδης (Σκελέας), ο κατοπινός πρώτος Γ.Γ. του Κ. Κ. Κύπρου, γεννήθηκε το 1899 και ήταν επίσης ξυλουργός.  Ο δεύτερος της αδελφός, ο Χριστόδουλος Χριστοδουλίδης (Αλέξης), γεννήθηκε το 1902 και ήταν διανοούμενος. Ήταν μέλος του «Συλλόγου των 12» και έγραφε λογοτεχνική κριτική από μαρξιστικής πλευράς.

Το 1924, ο Αλέξης μαζί με το Λεωνίδα  Στρίγγο, μετέπειτα σημαίνον στέλεχος του ΚΚΕ, έφυγαν για τη Μόσχα να σπουδάσουν πολιτικές επιστήμες και να επιστρέψουν για να βοηθήσουν το νεοσύστατο τότε Κόμμα. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον η νεαρή Κλειώ δραστηριοποιήθηκε και οργάνωσε τον πρώτο πυρήνα γυναικών.

Για την ιστορία τις αναφέρουμε ονομαστικά:

- Αθανασία, αδελφή του Πλουτή Σέρβα.

- Μαρία Μαρκουλή, μητέρα του Δώνη Χριστοφίνη, αδελφή της Ειρήνης

Παπαϊωάννου.

-Άννα Πλυτά η οποία μετά δραστηριοποιήθηκε στην Αθήνα.

- Ειρήνη Χρυσοστομίδη αδελφή του Δημητρού Χρυσοστομίδη.

-Ιφιγένεια, ανηψιά του Πλουτη και κατοπινή σύζυγος του Παντιά Κωνσταντινίδη.

-Ειρήνη Σολομωνίδη, αδελφή του Χαράλαμπου Σολομωνίδη.

-Τούλα Επαμεινώνδα, μετέπειτα σύζυγος του Κοσμά Χριστοφίδη.

«Οι κομματικοί», λέει σε συνέντευξη που μου παραχώρησε η Κλειώ, «έδειχναν στις γυναίκες μεγάλη εκτίμηση αλλά όταν ζήτησα να γίνω μέλος του Κόμματος, ο αδελφός μου Σκελέας αντιδρούσε λέγοντας μου ότι είμαι αδύνατη και φοβητσιάρα.»

«Για να με δοκιμάσουν», συνεχίζει, «με έστειλαν νύκτα, στο νεκροταφείο του Αη Νικόλα, να τους φέρω πίσω μια προκήρυξη την οποία έβαλαν από πριν πάνω σε συγκεκριμένο τάφο.» Και καταλήγει:  «Δεν φοβήθηκα πολύ. Τους ζωντανούς να φοβάσαι όχι τους πεθαμένους, σκέφτηκα».

Ήταν τότε που οι Άγγλοι έκλεισαν την εφημερίδα «Πυρσός», η οποία ήταν σε μεγάλο βαθμό, εκφραστικό όργανο του κόμματος. Ήθελαν να έχουν δικό τους τυπογραφείο για να βγάζουν νέα εφημερίδα και η Κλειώ πρόσφερε την προίκα της, 300 χρυσές λίρες, για να αγοραστεί πιεστήριο από την Αίγυπτο και να εκδίδεται η εφημερίδα «Νέος Άνθρωπος» και άλλα έντυπα του κόμματος.

Παρότι δραστήρια και πρωτοπόρα, δεν πήρε μέρος στο Α’ Συνέδριο του 1926 διότι ο πατέρας της δεν το επέτρεψε. Έφυγε από τη Κύπρο το 1927 με εντολή να πάρει στην Ελλάδα τις αποφάσεις του Α’ Συνεδρίου. Πήγε, όπως λέει η ίδια, στην Αθήνα κατευθείαν στο σπίτι του γιατρού Γιαβόπουλου, αδελφού της Φωφώς Βασιλείου και την άλλη μέρα παρέδωσε τα έγγραφα στο Κόμμα. Εκεί συνάντησε τα ηγετικά στελέχη και τον Αλέκο Ιωαννίδη, οικονομικό διαχειριστή του Ριζοσπάστη και κατοπινό σύζυγο της.

Σε λίγο καιρό έφυγε για τη Σοβιετική Ένωση όπου μετά τις σπουδές της εργάστηκε ως δασκάλα σε ελληνόφωνα σχολεία στο Σοχούμι και τη Μαριούπολη.

Επέστρεψε στην Αθήνα το 1935 και πήγε να εργαστεί σε υφαντουργείο. « Ήθελα να δω τη ζωή και τα βάσανα των εργατριών από κοντά», λέγει η ίδια, «να πιάσω μαγιά, γιατί έπρεπε να βοηθήσω στο γυναικείο κίνημα.» Μετά από ένα χρόνο αποσπάστηκε πλήρως στη δουλειά του Κόμματος.

Κατά τη δικτατορία του Μεταξά, η Κλειώ συνελήφθη και εξορίστηκε στην Κίμωλο. Με τη γερμανική κατοχή δραπέτευσε, επέστρεψε στην Αθήνα και έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Στη διάρκεια του Εμφυλίου συνελήφθηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο. Η ποινή μετατράπηκε σε ισόβια και κρατήθηκε στις φυλακές Αβέρωφ μέχρι το 1952. Δραστηριοποιήθηκε στη συνέχεια στην ΕΔΑ και παρέμεινε στέλεχος του παράνομου Κομμουνιστικού Κόμματος.

Σε όλη της τη ζωή κράτησε την Κύπρο στη καρδιά της. Ήταν παρούσα σε πολλά συνέδρια του ΑΚΕΛ και από την ίδρυση του Σπιτιού της Κύπρου στην Αθήνα το 1987,  η Κλειώ ήταν τακτικός θαμώνας. Ήταν τότε που προσέφερε και το πορτραίτο του αδελφού της Αλέξη Χριστοδουλίδη, καμωμένο από το μεγάλο κύπριο λογοτέχνη Νίκο Νικολαΐδη, το οποίο επί προεδρίας Γιώργου Βασιλείου μεταφέρθηκε  στο Προεδρικό Μέγαρο.

Το ΑΚΕΛ την τίμησε ως ένα από τα ιδρυτικά μέλη του ΚΚΚ.

Η αξέχαστη Κλειώ πέθανε το 1992 στην Αθήνα και άφησε τη μοναδική της περιουσία, ένα διαμέρισμα στους Αμπελόκηπους, στο ΚΚΕ.

Είχα τη μεγάλη τιμή να εκπροσωπήσω την Κ.Ε. του ΑΚΕΛ στην κηδεία της.

Αποχαιρετώντας την, μεταξύ άλλων είπα εκ μέρους του κόμματος τα πιο κάτω:

«Δε σε γνωρίσαμε στη νιότη σου, αλλά από την πρώτη συνάντηση ήταν σαν να σε ξέραμε από παλιά. Ψηλή κορμοστασιά, διαπεραστικό βλέμμα, καθαρή και φιλοσοφημένη σκέψη, θάρρος της γνώμης, απέραντη αισιοδοξία, καμωμένη δηλαδή από τη στόφα των παλιών αγωνιστών. Η πολυτάραχη ζωή σου, οι φυλακίσεις, οι διώξεις, οι πίκρες, οι ήττες και τα λάθη, η απώλεια των δύο αδελφών σου, δε λύγισαν ποτέ το φρόνημα και το ηθικό σου. Έμεινες πάντα περήφανη και κατακόρυφη, με αταλάντευτη πίστη και απίστευτη δύναμη. Δεν έφυγες! «Όποιος πιστέψει παιδί μου δεν φεύγει. Ότι και να του κάνουνε δεν φεύγει!», μας έλεγες.»

 

Αγαπητές φίλες και φίλοι,

Ούτε και τώρα η Κλειώ, η Κατίνα και η Φωφώ έφυγαν!

Θα παραμένουν πάντα μαζί μας, στο νου και τις καρδιές μας, μαζί με την ανεκτίμητη κληρονομιά που αφήνουν σε όλους εμάς .

Την κληρονομιά του απέραντου ψυχικού πλούτου και της ακατάβλητης αγωνιστικής προσφοράς.

Θα τις θυμόμαστε και θα τις τιμούμε για πάντα!

 

Κρίστια Χρίστου

Λεμεσός